Warning: Undefined array key "testjava" in /mnt/web113/e2/78/55796778/htdocs/woordenlijstnieuwgrieks/Rimata/MorfWerwOnre2Rima.php on line 204 MorfWerwOnr2Rima
  

Nieuwgrieks, Morfologie en Syntaxis


Nieuwgrieks, Morfologie en Syntaxis

©

 
direct naar: ** Grammatica    Fonologie    Morfologie    Syntaxis   Semantiek  
direct naar: * Grammatica    Klankleer    Vormleer    Zinsleer    Betekenisleer
Grammatica//MorfWerw/MorfWerwOnre/MorfWerwOnre2Rima

Werkwoord vervoegen: βάζω - aandoen <2>


ενεργητική φωνή actief   παθητική φωνή passief
οριστική aantonende wijs indicatief   οριστική aantonende wijs indicatief
ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
  ενεστώτας
tegenw.tijd
(1e stam)
παρατατικός
paratatikos
1e stam
αόριστος
aoristos
2e stam
βάζω
έβαζα
έβαλα
  βάζομαι
βαζόμουν(α)
βάλθηκα
βάζεις
έβαζες
έβαλες
  βάζεσαι
βαζόσουν(α)
βάλθηκες
βάζει
έβαζε
έβαλε
  βάζεται
βαζόταν(ε)
βάλθηκε
βάζουμε
βάζομε
βάζαμε
βάλαμε
  βαζόμαστε
βαζόμαστε
βαζόμασταν
βαλθήκαμε
βάζετε
βάζατε
βάλατε
  βάζεστε
βαζόσαστε
βαζόσαστε
βαζόσασταν
βαλθήκατε
βάζουν(ε)
έβαζαν
βάζαν(ε)
έβαλαν
βάλαν(ε)
βάζονται
βαζόντουσαν
βάζονταν
βαζόντανε
βάλθηκαν
βαλθήκαν(ε)
υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
βάλει
παρακείμενος
volt.tegenw tijd

έχω βάλει

έχω βαλμένο

 
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
βάζοντας
παρακείμενος

έχοντας βάλει

έχοντας βαλμένο

  υποτακτική
aanvoegende wijs conjunctief
απαρέμφατο
2e stam
βαλθεί
παρακείμενος
volt.tegenw.tijd
έχω βαλθεί
είμαι βαλμένος
 
μετοχή deelwoord
ενεστώτας
tegenw.dw. 1e st
-
παρακείμενος
volt./verl.dw. 2e st
βαλμένος
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
βάζω
βάλω
  βάζομαι
βαλθώ
βάζεις
βάλεις
  βάζεσαι
βαλθείς
βάζει
βάλει
  βάζεται
βαλθεί
βάζουμε
βάζομε
βάλουμε
βάλομε
  βαζόμαστε
βαλθούμε
βάζετε
βάλετε
  βάζεστε
βαζόσαστε
βαλθείτε
βάζουν(ε)
βάλουν(ε)
  βάζονται
βαλθούν(ε)
προστακτική   προστακτική
  bevelende wijs imperatief     bevelende wijs imperatief
ενεστώτας αόριστος   ενεστώτας αόριστος
  1e stam   2e stam     1e stam   2e stam
βάζε
βάνε
βάλε
  -
βάζετε
βάλτε
  βάζεστε
βαλθείτε
υπερσυντέλικος volt.verleden tijd had ')

είχα βάλει

είχα βαλμένο

volt.verleden tijd was είχα βαλθεί
ήμουν βαλμένος
εξακουλοθητικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal θα βάζω
onv.tegenw.toek.tijd, 1e stam zal worden θα βάζομαι
συνοπτικός μέλλοντας onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal θα βάλω
onv.tegenw.toek.tijd, 2e stam zal worden θα βαλθώ
υποθετικός λόγος onv.verleden toek.tijd: zou θα έβαζα
onv.verleden toek.tijd: zou worden θα βαζόμουν(α)
συντελεσμένος μέλλοντας volt.tegenw.toek.tijd: zal hebben ')

θα έχω βάλει

θα έχω βαλμένο

volt.tegenw.toek.tijd: zal zijn θα έχω βαλθεί
θα είμαι βαλμένος
υποθετικός λόγος volt.verleden toek.tijd: zou hebben')

θα είχα βάλει

θα είχα βαλμένο

volt.verleden toek.tijd: zou zijn θα είχα βαλθεί
θα ήμουν βαλμένος

') Enkele Nederlandse werkwoorden gaan in de voltooide tijd met zijn in plaats van met hebben (bijvoorbeeld: blijven, gaan, zijn en diverse werkwoorden die een beweging aanduiden: vallen beginnen, opstijgen en andere).


© Auteursrecht voorbehouden. Zie pagina Copyright
 

.



 
 

Betekenis:
Semantiek

l

Zin:
Syntaxis

l

Woord:
Morfologie

l

Letter:
Alfabet

l

Klank:
Fonologie